ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΣΤΑΧΤΕΣ
Ἡ Ἀγγελικούλα κι ὁ Σταυράκος
τὸ σκᾶνε κάθε τόσο
ἀπὸ τ’ ὀρφανοτροφεῖο.
Βιάζονται νὰ γεμίσουν
τὴ Σαλονίκη μὲ τὰ ἴχνη τους.
Ἀργοῦν νὰ συναντήσουν
εὔκαιρο περιπολικὸ
γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ
καὶ χάνουν τὸ συσσίτιο.
Στὶς 6 προσφέρεται τὸ δεῖπνο,
στὶς 8 οἱ τραπεζοκόμοι συμμαζεύουν,
στὶς 8 κλείνουν κι οἱ πόρτες.
₪
Τσάκωσαν δυὸ συμμαθητές τους
μαζὶ στὴν τουαλέτα.
Εἶχαν τὸν ἕναν κρατημένο
δεξιὰ κι ἀριστερά,
ὁ ἄλλος ἔβριζε
δὲν τολμήσανε νὰ τὸν ἀγγίξουν.
Ὁ διευθυντὴς περίμενε
στὴν πόρτα τοῦ γραφείου
τὴν πομπή.
₪
Κοιμᾶται στὸν πάτο τοῦ χαρτοκιβωτίου,
τοῦ αὐτοσχέδιου καροτσιοῦ,
σκεπασμένος μὲ κουρέλια
ποὺ λίγο πρὶν μάζεψε ἡ μάνα του
ἀπὸ κάδους σκουπιδιῶν.
Λαγοκοιμᾶται κι ἀφουγκράζεται
τὶς ἱστορίες τοῦ δρόμου·
τὸν ἀστυνόμο ποὺ ἀνασηκώνει
τὰ κουρέλια,
ποὺ κοιτάζει σαστισμένος
καὶ σταυροκοπιέται.
₪
Ἀπὸ τὴ συλλογὴ "Χαμένες ψηφίδες"
©Θοδωρὴς Βοριᾶς
thodorisvorias@gmail.com




